ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΘΡΥΛΟΙ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΟΡΛΕΑΝΗΣ

H Νέα Ορλεάνη διαθέτει έναν φανταστικό συνδυασμό ευρωπαϊκών, αφρικανικών και αμερικανικών στοιχείων. Η πλούσια ιστορία της, η κομβική γεωπολιτική της θέση και τα ακραία καιρικά φαινόμενα που την απειλούν κατά καιρούς διαμόρφωσαν τον πληθωρικό χαρακτήρα της για τον οποίο φημίζεται. Η πόλη ιδρύθηκε από τους Γάλλους αποικιοκράτες το 1718 και έκτοτε γνώρισε αρκετές διοικητικές αλλαγές, πριν καταλήξει στα χέρια των Αμερικανών με την Αγορά της Λουιζιάνας το 1803. Όσοι πέρασαν από τα βαλτώδη εδάφη αυτής της «απίθανης» πόλης άφησαν πίσω τους μια σημαντική πολιτιστική κληρονομιά. Οι λευκοί γαιοκτήμονες, γαλλικής και ισπανικής κυρίως καταγωγής, αλλά και οι εκατοντάδες σκλάβοι που βρέθηκαν εκεί παρά τη θέλησή τους από τη Δυτική Αφρική και τα νησιά της Καραϊβικής για να εργαστούν στις φυτείες και στα σπίτια των πλουσίων, αλλά και λίγο αργότερα οι απελευθερωμένοι σκλάβοι και οι μιγάδες, όλοι αυτοί οι πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους λαοί δημιούργησαν ένα εντυπωσιακό μωσαϊκό πολιτισμών. Η αποικιοκρατία, η δουλεία, η συνεχής πάλη με τα στοιχεία της φύσης και οι έντονες κοινωνικές ανισότητες αποτέλεσαν πλούσια πηγή για την ανάπτυξη άπειρων θρύλων και μύθων που γεννήθηκαν στα σκοτεινά σοκάκια της Γαλλικής Συνοικίας, στα ημιφωτισμένα δωμάτια κάποιας έπαυλης, στα φτωχικά διαμερίσματα των σκλάβων, στις κρύπτες των νεκροταφείων, στις λασπώδεις όχθεις του Μισισιπή ή στους βάλτους της Λουιζιάνας.

Η ΕΠΑΥΛΗ ΤΩΝ ΜΑΡΤΥΡΙΩΝ ΤΗΣ ΜΑΝΤΑΜ ΛΑΛΟΡΙ

Στις αρχές του 19ου αιώνα, η κοινωνία της Νέας Ορλεάνης σείστηκε συθέμελα όταν έγινε γνωστό ότι μία από τις πιο αναγνωρίσιμες κυρίες της υψηλής κοινωνίας υπέβαλε σε φριχτά βασανιστήρια τους σκλάβους που είχε στην κατοχή της. Η έπαυλη, όπου εξελίχθηκαν τα γεγονότα αυτής της τραγικής ιστορίας, βρίσκεται μέχρι και σήμερα στην καρδιά της ιστορικής Γαλλικής Συνοικίας, στη συμβολή των οδών Royal και Governor Nicholls.

Η «στοιχειωμένη» έπαυλη της Μαντάμ Λαλορί στη Γαλλική Συνοικία

Η ιστορία ξεκινά τον Ιούνιο του 1825, όταν η Ντελφίν παντρεύεται τον τρίτο κατά σειρά σύζυγό της, και κατά πολύ μικρότερό της, Λενάρ Λουί Νικολά Λαλορί, ιατρό στο επάγγελμα. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1831, η Μαντάμ Λαλορί αγοράζει με δικά της χρήματα τη γνωστή έπαυλη στη Γαλλική Συνοικία, για τη διαχείριση της οποίας ήταν εξ ολοκλήρου υπεύθυνη. Η ζωή με τον σύζυγό της δεν ήταν εύκολη λόγω της διαφοράς ηλικίας που τους χώριζε αλλά και του εκκεντρικού χαρακτήρα της Ντελφίν. Παρόλα αυτά η οικογένεια Λαλορί ήταν εξέχον μέλος της τοπικής εύπορης κοινωνίας και για πολλά χρόνια απολάμβανε την εύνοια και την ανοχή των συμπολιτών της.

Σιγά σιγά όμως η βιτρίνα της τέλειας οικογένειας άρχισε να ραγίζει όταν εμφανίστηκαν οι πρώτες φήμες για τα δεινά που περνούσαν οι σκλάβοι στα χέρια της Μαντάμ Λαλορί. Παρόλο που εκτός σπιτιού ήταν πάντα υπέρμετρα φιλική με όλους, εντός του σπιτιού έλεγαν ότι παρουσίαζε μια αυταρχική συμπεριφορά με εξάρσεις ακραίας βίας, που στρεφόταν κυρίως κατά των σκλάβων. Τις υποψίες ενίσχυσαν δυο συγκεκριμένα περιστατικά αυτοκτονιών που συνέβησαν στο σπίτι: ενός άνδρα σκλάβου που πήδηξε από ένα παράθυρο του επάνω ορόφου και μιας δωδεκάχρονης κοπέλας που πήδηξε από την οροφή της έπαυλης. Παρά τον σάλο που προκλήθηκε και τις έρευνες των αρχών, δεν βρέθηκαν στοιχεία που να ενοχοποιούν τους Λαλορί.

Το μεγάλο σοκ ήρθε το βράδυ της 10ης Απριλίου 1834 όταν ξέσπασε φωτιά στην έπαυλη. Οι πυροσβέστες δεν μπόρεσαν αρχικά να μπουν στα δωμάτια των σκλάβων καθώς η οικογένεια Λαλορί αρνήθηκε να τους δώσει τα κλειδιά. Ο κόσμος έξαλλος άρχισε να συρρέει στην έπαυλη και να σπάει ότι έβρισκε μπροστά του με αποτέλεσμα μέσα σε λίγες ώρες να μην απομείνει σχεδόν τίποτα. Η Μαντάμ Λαλορί και ο σύζυγός της φοβούμενοι τα χειρότερα και γνωρίζοντας, προφανώς, τι τους περίμενε όταν θα ανακάλυπταν τι κρύβεται στα επάνω διαμερίσματα διέφυγαν μέσω της Αλαμπάμα στο Παρίσι.

Κανένας υγιής ανθρώπινος νους δεν μπορεί να διανοηθεί όσα φαίνεται να αντίκρυσαν μπροστά τους οι διασώστες που μπήκαν στο σπίτι εκείνο το βράδυ. Με το που μπήκαν στην κουζίνα, βρήκαν μπροστά τους μια αλυσοδεμένη σκλάβα. Η ίδια τους αποκάλυψε ότι εκείνη ξεκίνησε τη φωτιά θέλοντας να ξεσκεπάσει όσα συνέβαιναν στο σπίτι. Όσα όμως αντίκρυσαν στον επάνω όροφο ήταν ακόμα πιο φρικιαστικά. Μάρτυρες ανέφεραν ότι βρήκαν ανθρώπους με κομμένα ή ανασυναρμολογημένα μέλη, με δεμένα μάτια και στόματα, αλυσοδεμένους από τον λαιμό στο ταβάνι, άλλους ζωντανούς και άλλους νεκρούς σε διάφορα στάδια αποσύνθεσης. Παντού έζεχνε θάνατος και όσοι ήταν ακόμα ζωντανοί εκλιπαρούσαν να τους σκοτώσουν για να απαλλαγούν από το μαρτύριό τους.

Κανείς δεν γνωρίζει με ακρίβεια αν αυτές οι αναφορές ήταν απολύτως ακριβείς καθώς και τι είναι αυτό που μπορεί να οδήγησε τη Μαντάμ Λαλορί να υποβάλει σε τέτοια στυγνά βασανιστήρια αυτούς τους ανθρώπους. Μια θεωρία θέλει τα μαρτύρια να αποτελούσαν πειράματα ανατομίας που διεξήγαγε μαζί με τον σύζυγό της στο πλαίσιο χειρουργικών ερευνών. Η θεωρία αυτή όμως είναι μάλλον απίθανη καθώς οι σχέσεις του ζευγαριού φαίνεται να μην ήταν αρμονικές. Μια ακόμη δημοφιλής θεωρία θέλει τη Μαντάμ Λαλορί να υπέφερε από κάποια ψυχασθένεια με σαδιστικές τάσεις, θεωρία που επιβεβαιώνεται εν μέρει από τον εκκεντρικό χαρακτήρα και τον πρότερο βίο της. Και μια τρίτη λιγότερο ωστόσο πιθανή θεωρία είναι τα μαρτύρια να συντελέστηκαν στο πλαίσιο ανακρίσεων με στόχο τη διαλεύκανση του θανάτου της πολυαγαπημένης μητέρας της Ντελφίν.

Μυστήριο εξακολουθεί να αποτελεί και η ζωή της στο Παρίσι μετά την αυτοεξορία της. Σύμφωνα με ιστορικές πηγές, γνωρίζουμε ότι, μερικά χρόνια αργότερα, ο σύζυγός της την εγκατέλειψε και έφυγε για την Αβάνα, όπου και πέθανε το 1863. Το 1888, ο διάσημος συγγραφέας της Νέας Ορλεάνης, Τζορτζ Ουάσινγκτον Κέιμπλ ανέφερε σε βιβλίο του ότι η Μαντάμ Λαλορί σκοτώθηκε από αγριόχοιρο κατά τη διάρκεια κυνηγιού, κάτι που όμως δεν επιβεβαιώνεται ιστορικά. Στα τέλη της δεκαετίας του 1930, ανακαλύφθηκε στο Πρώτο Νεκροταφείο Σεντ Λούις μια παλιά σπασμένη χάλκινη πλακέτα που έγραφε: «Μαντάμ Μαρί Ντελφίν Λαλορί, πέθανε στο Παρίσι στις 7 Δεκεμβρίου 1849, σε ηλικία 6…», γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τις γαλλικές αρχές του Παρισιού. Από αυτό προκύπτει ότι ο μύθος της επιστροφής της στη Νέα Ορλεάνη είναι αβάσιμος. Όποια κι αν είναι όμως η αλήθεια, ο θρύλος της εξακολουθεί να παραμένει ζωντανός στις ιστορίες που ακούγονται τα βράδια στα σοκάκια της Γαλλικής Συνοικίας.

Ο ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ ΜΕ ΤΟ ΤΣΕΚΟΥΡΙ

Μεταξύ του Μαΐου του 1918 και του Οκτωβρίου του 1919, ένας κατά συρροή δολοφόνος έσπειρε τον τρόμο στη Νέα Ορλεάνη. Ο «Δολοφόνος με το Τσεκούρι», όπως ονομάστηκε, επιτέθηκε συνολικά σε 12 ανθρώπους, προκαλώντας τον θάνατο έξι εξ αυτών.

Ο δολοφόνος, που τσεκούρωνε κυρίως τα θύματά του, πραγματοποιούσε τις επιθέσεις με εργαλεία που έβρισκε στα σπίτια των θυμάτων του, αποκτώντας αρχικά πρόσβαση από μια μικρή τρύπα που άνοιγε με καλέμι στην πίσω πόρτα του σπιτιού. Η τρύπα μάλιστα ήταν τόσο μικρή που μετά βίας χωρούσε να περάσει από μέσα άνθρωπος. Γι’ αυτό και κάποιοι έσπευσαν να αποφανθούν ότι οι επιθέσεις δεν γίνονταν από άνθρωπο αλλά από κάποιο κακοποιό πνεύμα. Το κίνητρο δεν ήταν σίγουρα η κλοπή αφού πολλές φορές επέλεγε να αφήνει πίσω του επιδεικτικά πεταμένα χρήματα και κοσμήματα. Τα θύματα ήταν κυρίως παντοπώληδες ιταλικής καταγωγής, γεγονός που έσπειρε τον τρόμο στη γειτονιά της Μικρής Ιταλίας και κίνησε υποψίες για μαφιόζικες επιθέσεις. Οι υποψίες δεν μπόρεσαν ωστόσο να επιβεβαιωθούν καθώς ανάμεσα στα θύματα υπήρχαν και άτομα διαφορετικής καταγωγής.

Στις 13 Μαρτίου 1919, ο φερόμενος ως Δολοφόνος με το Τσεκούρι έστειλε μια επιστολή στην εφημερίδα Times-Picayune όπου μεταξύ άλλων ανέφερε:

Κόλαση, 13 Μαρτίου 1919
 
Προς θνητούς:
 
Είμαι άπιαστος και έτσι θα παραμείνω. Δεν με έχει δει ποτέ κανείς, γιατί είμαι αόρατος, όπως ο αιθέρας που περικυκλώνει τη Γη σας. Δεν είμαι άνθρωπος, αλλά πνεύμα και εκπεσών δαίμονας από την κόλαση. Είμαι αυτός που εσείς, οι άνθρωποι της Ορλεάνης και οι ηλίθιοι αστυνομικοί έχετε ονομάσει «Δολοφόνο με το Τσεκούρι»…. […]
 
Για να είμαι ακριβής, στις 12:15 (γήινη ώρα), το βράδυ της Τρίτης, θα περάσω από τη Νέα Ορλεάνη. Επιδεικνύοντας απέραντο οίκτο, θα σας κάνω μια πρόταση. Έχουμε και λέμε: Είμαι λάτρης της τζαζ μουσικής και ορκίζομαι σε όλους τους διαβόλους της κόλασης ότι θα χαρίσω τη ζωή σε όσους έχουν μια μπάντα να παίζει τζαζ στο σπίτι τους την ώρα που προανέφερα. Αν όλοι έχουν μια τζαζ μπάντα στο σπίτι τους, τόσο το καλύτερο για όλους. Ένα πράγμα να ξέρετε σίγουρα. Όποιος δεν ακούει τζαζ το βράδυ της Τρίτης (αν υπάρχει κανείς), θα τσεκουρωθεί.[…]
 
Ήμουν, είμαι και θα είμαι το χειρότερο πνεύμα που υπήρξε ποτέ στην πραγματικότητα ή στη σφαίρα της φαντασίας.

Η επιστολή αυτή δεν άφησε κανέναν ασυγκίνητο με αποτέλεσμα εκείνο το βράδυ όλοι στη Νέα Ορλεάνη να κάνουν πάρτι προκειμένου να γλιτώσουν από το δολοφονικό τσεκούρι. Με αφορμή μάλιστα την περίσταση, ο διάσημος συνθέτης της πόλης, Τζόζεφ Ντάβιλα, έγραψε το τραγούδι: «The Mysterious Axeman’s Jazz (Don’t Scare Me, Papa)».

Παρά τη δημόσια προειδοποίηση, ο δολοφόνος επέλεξε τελικά να μην εμφανιστεί εκείνη τη νύχτα.

Ωστόσο δεν εξαφανίστηκε εντελώς από το προσκήνιο. Οι επιθέσεις συνεχίστηκαν σποραδικά με την τελευταία καταγεγραμμένη επίθεση να σημειώνεται στις 27 Οκτωβρίου 1919. Θύμα ο Ιταλός παντοπώλης Μάικ Πεπιτόνε. Η γυναίκα και τα έξι παιδιά τους που βρίσκονταν στο διπλανό δωμάτιο δεν έπαθαν τίποτα.

Η ταυτότητα του κατά συρροή δολοφόνου και το κίνητρο των επιθέσεων παραμένουν άγνωστα ακόμα και σήμερα. Υπάρχουν ωστόσο διάφορες θεωρίες, όπως ότι οι επιθέσεις δεν έγιναν από έναν μόνο άνθρωπο, αλλά από πολλούς που αντέγραψαν ενδεχομένως τις αρχικές επιθέσεις ή από συγκεκριμένη ομάδα εκτελεστών. Οι πιο δεισιδαίμονες μιλούσαν όντως για ένα μοχθηρό πνεύμα που έβαλε στόχο την πόλη. Τόσο ο τρόπος εισόδου του στα σπίτια, μέσω της μικρής τρύπας που δεν χωρούσε να περάσει άνθρωπος, όσο και οι μαρτυρίες για έναν τερατώδη άνθρωπο που ξεπρόβαλε μπροστά στα θύματά του λίγο πριν τους τσεκουρώσει, αλλά και η επιστολή που έστειλε στην εφημερίδα ενίσχυαν την πεποίθησή τους. Μια ακόμα θεωρία που φαίνεται αρκετά πειστική, και σαφώς πιο ρεαλιστική, είναι αυτή που θέλει ο Δολοφόνος με το Τσεκούρι να ήταν ένας λευκός άνδρας με το όνομα Τζόζεφ Μάμφρι. Ο Μάμφρι δολοφονήθηκε διά πυροβολισμού έναν χρόνο μετά τον θάνατο του Πεπιτόνε από τη χήρα του νεκρού, η οποία τον κατηγόρησε ως δολοφόνο του άνδρα της. Ενδιαφέρον προκαλεί το γεγονός ότι ο Μάμφρι μπαινοέβγαινε στη φυλακή το διάστημα που δρούσε ο δολοφόνος και μάλιστα οι ημερομηνίες των επιθέσεων συμπίπτουν με τις εξόδους του. Επίσης, ο ίδιος φέρεται να ήταν μέλος ενός κυκλώματος εκβιαστών που δρούσε στη Νέα Ορλεάνη και είχε στόχο του κυρίως Ιταλούς μετανάστες. Παρά τις όποιες ενδείξεις, η αστυνομία δεν κατάφερε ποτέ να βρει επαρκή στοιχεία για το πραγματικό πρόσωπο του δολοφόνου και έτσι το μυστήριο παραμένει ακόμα και σήμερα.

ΜΑΡΙ ΛΑΒΟ: Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΟΥ ΒΟΥΝΤΟΥ

Η Μαρί Λαβό αποτελεί μία από τις πιο θρυλικές προσωπικότητες της Νέας Ορλεάνης. Όπως όλα δείχνουν όμως δεν πρόκειται για ένα πρόσωπο, αλλά για τουλάχιστον δύο γυναίκες, πιθανότατα μητέρα και κόρη.

Η πρώτη Μαρί Λαβό, και εκείνη που ουσιαστικά έχτισε τον μύθο, γεννήθηκε το 1801. Κόρη της Μαργκερίτ Ανρί, μιας ελευθερωμένης μαύρης γυναίκας με ινδιάνικες, αφρικανικές και γαλλικές ρίζες, και του Σαρλ Λαβό Τριντό, εύπορου μιγά επιχειρηματία με παρόμοια καταγωγή, η Μαρί υπήρξε μια πανέμορφη και επιβλητική γυναίκα με σγουρά μαύρα μαλλιά, σκουρόχρωμο δέρμα και έντονο βλέμμα. Το καλοκαίρι του 1819 παντρεύτηκε τον Ζακ Παρί, έναν Γάλλο μετανάστη που διέφυγε στη Νέα Ορλεάνη όταν ξέσπασε η Επανάσταση των σκλάβων στον Άγιο Δομίνικο. Λίγα χρόνια αργότερα, ο σύζυγός της εξαφανίστηκε από το προσκήνιο χωρίς να είναι γνωστός ο λόγος της απουσίας του. Εικάζεται πως πέθανε, καθώς η Μαρί άρχισε να συστήνεται ως η «Χήρα Παρί».

Για να συντηρήσει εκείνη και την οικογένειά της, η Μαντάμ Παρί άρχισε να εργάζεται ως κομμώτρια στα σπίτια της υψηλής κοινωνίας των λευκών Κρεολών της πόλης. Οι Κρεολοί, σε αντίθεση με τους Πουριτανούς Αμερικανούς, ζούσαν μια ζωή γεμάτη πάθη και ίντριγκες. Έχοντας πρόσβαση στα σπίτια τους, η Μαρί κατάφερε να μάθει όλα τα μικρά και μεγάλα μυστικά τους, τα οποία φέρεται να χρησιμοποίησε εναντίον τους με διάφορους τρόπους.  

Εκείνη την περίοδο, η λατρεία του Βουντού δεν ήταν ακόμα οργανωμένη. Υπήρχαν πάρα πολλές ιέρειες που ασκούσαν τελετές αλλά δεν υπήρχε σαφής ιεραρχία. Η Μαρί Λαβό, αν και Καθολική, άρχισε να ασχολείται και εκείνη με τις τελετές Βουντού. Παραμένοντας πιστή στη χριστιανική της πίστη, εισήγαγε στις τελετές διάφορα ρωμαιοκαθολικά στοιχεία, όπως το λιβάνι, τα αγάλματα, τον αγιασμό, τη λατρεία των αγίων κ.ά. Παράλληλα, διατήρησε τους χορούς με τα φίδια, τις θυσίες πετεινών, την αιμοποσία και τα σεξουαλικά όργια. Δεν θεωρούσε το Βουντού ως κάτι ξένο και αντίθετο προς τη χριστιανική θρησκεία, αλλά διατεινόταν ότι οι τελετές αυτές ήταν ένας διαφορετικός τρόπος για να έρθουν οι πιστοί κοντά στον Θεό και να τον δοξάσουν.

Δείγμα λατρευτικού βωμού του Βουντού με καθολικά και ανιμιστικά στοιχεία

Μετά τον θάνατο του πρώτου συζύγου της γνώρισε τον δεύτερο σύντροφό της, τον Κριστόφ Γκλαπιόν, με τον οποίο έμειναν μαζί για 30 χρόνια μέχρι τον θάνατό του το 1835. Δεν παντρεύτηκαν ποτέ καθώς εκείνος ήταν λευκός και η νομοθεσία της Λουιζιάνας απαγόρευε τους μικτούς γάμους. Αν και ανύπαντροι έκαναν μαζί 15 παιδιά.

Η Μαρί Λαβό εξελίχθηκε σε μία από τις πιο σημαντικές και ισχυρές γυναίκες της κοινωνίας της Νέας Ορλεάνης. Όλοι, ανεξαρτήτως φυλής και κοινωνικής τάξης, επιζητούσαν τις συμβουλές και τη βοήθειά της, ενώ παράλληλα την φοβόντουσαν και αισθάνονταν δέος απέναντί της. Μέχρι το 1830, είχε κατορθώσει να γίνει η μοναδική Βασίλισσα του Βουντού στην πόλη, βγάζοντας εκτός ενεργείας, με θεμιτά και αθέμιτα μέσα, όλες τις άλλες ιέρειες. Το σπίτι της έβριθε από κόσμο που ερχόταν να λάβει τα ξόρκια και τις συμβουλές της. Εκείνη γνωρίζοντας τα πάντα για τους ανθρώπους της Νέας Ορλεάνης τους καθοδηγούσε κατάλληλα κινώντας επιμελώς τα νήματα. Όλοι της ήταν υπόχρεοι, ακόμα και οι αρχές της πόλης. Γι’ αυτό όταν κάποιος τα έβαζε μαζί της και προσπαθούσε να την κατηγορήσει για τις πράξεις της, οι προσπάθειές του έπεφταν στο κενό. Η συμβολή της όμως προς την κοινωνία εκφραζόταν και μέσα από καλές πράξεις. Μεταξύ αυτών ήταν η περίθαλψη θυμάτων κίτρινου πυρετού, η οικονομική βοήθεια σε μαύρες γυναίκες για την εξαγορά της ανεξαρτησίας τους και η ηθική συμπαράσταση σε θανατοποινίτες.

Το 1875 χάνεται από το προσκήνιο και πεθαίνει έξι χρόνια αργότερα, το 1881. Το όνομά της όμως συνεχίστηκε να ακούγεται στους δρόμους της Νέας Ορλεάνης ακόμα και μετά από την απόσυρσή της καθώς τα ηνία ανέλαβε, κατά πάσα περίπτωση, μία από τις κόρες της. Η δεύτερη Μαρί Λαβό γεννήθηκε το 1827 και υπήρξε εξίσου όμορφη και επιβλητική όσο η μητέρα της, με πιο ανοιχτόχρωμο όμως δέρμα. Ακολουθώντας το παράδειγμα της πρώτης Μαρί εργάστηκε και εκείνη ως κομμώτρια ενώ παράλληλα πρωτοστατούσε στις τελετές Βουντού. Τα ξόρκια που πωλούσε ήταν ένα μίγμα γνώσεων που είχε αποκομίσει από το επάγγελμά της, ομοιοπαθητική/ψυχολογική υποβολή και εμπειρικές ιατρικές γνώσεις, κυρίως μέσω της εφαρμογής βοτάνων.

Η δεύτερη Μαρί Λαβό δεν παντρεύτηκε ποτέ, αν και είχε πλήθος εραστών και απογόνων. Ενδιαφέρον προκαλεί ότι γύρω στο 1880, φήμες την ήθελαν να διατηρεί σχέση με τον συγγραφέα Λευκάδιο Χερν κατά τη δεκαετή περίοδο διαμονής του στη Νέα Ορλεάνη. Ο ίδιος έγραψε ότι εκείνη την περίοδο είχε επαφές με μια γυναίκα που είχε τα χαρακτηριστικά «βρικόλακα». Μάλιστα, είναι ιστορικά γνωστό ότι ο Χερν όσο ήταν στην πόλη συνήθιζε να κάνει παρέα με άτομα που ζούσαν στο περιθώριο.

Ο θάνατος όμως της μητέρας της, το 1881, διατάραξε ποικιλοτρόπως τη ζωή της Μαρί. Η μεγαλύτερη αδελφή της, η Μαντάμ Λεζέντρ, που κληρονόμησε το σπίτι της οικογένειας στη Γαλλική Συνοικία, απεχθανόταν τη σύνδεση της οικογένειάς της με το Βουντού και έτσι φέρεται να εξόρισε από τη Συνοικία την αδελφή της, γεγονός που επηρέασε ανεπανόρθωτα τη δράση της τελευταίας. Από τότε τα ίχνη της Μαρί, σε ηλικία μόλις 54 ετών, χάθηκαν και κανένας δεν ξέρει με ακρίβεια πότε, πού και πώς ακριβώς πέθανε. Όπως συμβαίνει συνήθως, υπήρξαν διάφορες μαρτυρίες με κάποιους να κάνουν λόγο ότι πέθανε στα τέλη της δεκαετίας του 1880 και άλλους να μιλούν για τα τέλη της δεκαετίας του 1890. Η πιο συχνή αιτία θανάτου ήταν ο πνιγμός που επήρθε μετά από μια τεράστια καταιγίδα που έπληξε το σπίτι της.

Ταφικό μνημείο στο Πρώτο Νεκροταφείο Σεντ Λούις που συνδέεται με τη Μαρί Λαβό χωρίς ωστόσο ιστορική τεκμηρίωση

Μυστήριο καλύπτει όμως και τον τόπο ταφής της. Η μητέρα της, η πρώτη αρχιέρεια του Βουντού και ο Γκλαπιόν μοιράζονται τον από κοινού τάφο τους στο Πρώτο Νεκροταφείο Σεντ Λούις μαζί με μια άλλη Μαρί που πέθανε το 1897. Κάποιοι πιστεύουν ότι ο τρίτος ένοικος είναι η δεύτερη Μαρί Λαβό. Αν λάβουμε όμως υπόψη μας την εξορία της από την αδελφή της, τη Μαντάμ Λεζέντρ, τότε μάλλον δεν πρόκειται για εκείνη. Άλλωστε το όνομα Μαρί ήταν πολύ συνηθισμένο εκείνη την περίοδο ως πρώτο συνθετικό όνομα. Ανάλογα με τον μύθο που πιστεύει κανένας, ακόμα και σήμερα πολλοί είναι αυτοί που επισκέπτονται τους διάφορους τάφους στα νεκροταφεία της πόλης που σχετίζονται με την οικογένεια Λαβό και αφήνουν προσφορές κάνοντας επικλήσεις. Ο τάφος της πρώτης Μαρί και του Γκλαπιόν συγκέντρωνε για χρόνια κόσμο που άφηνε προσφορές και έγραφε με κόκκινο κραγιόν τρία Χ πάνω στο ταφικό μνημείο. Πριν από λίγα χρόνια οι αρχές του νεκροταφείου καθάρισαν τον τάφο και προκειμένου να προστατεύσουν τα ταφικά μνημεία από παρόμοιες κινήσεις βανδαλισμού, η πρόσβαση πλέον στοΠρώτο Νεκροταφείο Σεντ Λούις για τους τουρίστες είναι εφικτή μόνο με την παρουσία πιστοποιημένου τουριστικού οδηγού. Όλα αυτά όμως δεν εμποδίζουν όσους πιστεύουν στη δύναμη των Λαβό, να ισχυρίζονται ότι ακόμα νιώθουν την παρουσία τους στο νεκροταφείο.

ΠΗΓΕΣ

BuzzFeed (2017). Unsolved: The Terrifying Axeman of New Orleans: https://www.youtube.com/watch?v=YrMGIqecu0Y.

Dreyer, S. and Tallant, R. (1991) Gumbo Ya-Ya: Folk Tales of Louisiana. Gretna, LA: Pelican Publishing Company.

Long, C.M. (2006) A New Orleans Voudou Priestess: The Legend and Reality of Marie Laveau. Gainesville: University Press of Florida.

Long, C.M. (2012) Madame Lalaurie: Mistress of the Haunted House. Gainesville: University Press of Florida.

Tallant, R. (2012) Voodoo in New Orleans. Gretna, LA: Pelican Publishing Company.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers:
search previous next tag category expand menu location phone mail time cart zoom edit close